όστρακο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική όστρακο όστρακα
γενική οστράκου οστράκων
αιτιατική όστρακο όστρακα
κλητική όστρακο όστρακα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

όστρακο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

όστρακο ουδέτερο(πληθυντικός όστρακα)

  1. κομμάτι από σπασμένο πήλινο αγγείο
  2. το κέλυφος των μαλακίων


32πχ Μεταφράσεις[]