ύπανδρος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | ύπανδρος | η | ύπανδρη | το | ύπανδρο |
| γενική | του | ύπανδρου | της | ύπανδρης | του | ύπανδρου |
| αιτιατική | τον | ύπανδρο | την | ύπανδρη | το | ύπανδρο |
| κλητική | ύπανδρε | ύπανδρη | ύπανδρο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | ύπανδροι | οι | ύπανδρες | τα | ύπανδρα |
| γενική | των | ύπανδρων | των | ύπανδρων | των | ύπανδρων |
| αιτιατική | τους | ύπανδρους | τις | ύπανδρες | τα | ύπανδρα |
| κλητική | ύπανδροι | ύπανδρες | ύπανδρα | |||
| Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ύπανδρος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὕπανδρος < ὑπό + ἀνήρ (ὑπὸ τὸν ἄνδρα)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈi.pan.ðɾos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ύ‐παν‐δρος
Επίθετο
[επεξεργασία]ύπανδρος, -η, -o
- (λόγιο) παντρεμένος
- ※ Οι ελληνικές αρχές ζήτησαν τα χαρτιά...«Ηλικία;» ερώτησαν. Ετών είκοσι εφτά» είπα... «Ύπανδρος;» «Χήρα». (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
- ※ «Αλήθεια είστε ύπανδρος; Αρραβωνιασμένος;» «Ελεύθερος ... » «Λαμπρά! Θα μας κάνετε την τιμή να δειπνήσετε απόψε μαζί μας;» (Χ.Α. Χωμενίδης, Νίκη, εκδ. Πατάκης, 2014)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη άντρας
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ύπανδρος
|
Πηγές
[επεξεργασία]- ύπανδρος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα ύπ- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)