ὕπαρ

Από Βικιλεξικό
(Ανακατεύθυνση από ύπαρ)
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ὕπαρ ουδέτερο, ελλειπτικό κατ΄ αριθμό και πτώση (μόνο στην ονομαστική και αιτιατική ενικού), οπτασια εν εγρηγόρσει.

  1. όραμα, οπτασία, κάτι φανταστικό ή πραγματικό που βλέπει κανείς όσο είναι ξύπνιος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: ὄναρ
  2. (ως επίρρημα) στον ξύπνο, όσο κανείς είναι ξύπνιος
  3. (ως επίρρημα) πράγματι

συνώνυμα[επεξεργασία]