ύπαρχος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ὕπαρχος, ἵππαρχος, Ίππαρχος, Ἵππαρχος, ίππαρχος, ἱππάρχης, ἱππάρχας, ύπατος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ύπαρχος ύπαρχοι
γενική υπάρχου υπάρχων
αιτιατική ύπαρχο υπάρχους
κλητική ύπαρχε ύπαρχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ύπαρχος < αρχαία ελληνική ὕπαρχος < ὑπό + ἄρχω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ύπαρχος αρσενικό

  1. (στρατιωτικός όρος) (ναυτικός όρος) ο αμέσως επόμενος στην ιεραρχία κάτω από τον κυβερνήτη ενός πολεμικού πλοίου ή τον καπετάνιο ενός εμπορικού
  2. (ιστορία) αυτός που είχε την ευθύνη της τροφοδοσίας και γενικότερα της επιμελητείας ενός στρατού (ιδίως όταν βρισκόταν σε εκστρατεία)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]