ύπερος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ύπερος ύπεροι
γενική υπέρου υπέρων
αιτιατική ύπερο υπέρους
κλητική ύπερε ύπεροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ύπερος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ύπερος αρσενικό
(βοτανολογία)

  • το θηλυκό όργανο του άνθους που αποτελείται από ένα ή περισσότερα καρπόφυλλα, τα οποία είται συμφύονται μεταξύ τους είτε όχι.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]