ύποπτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ύποπτος < αρχαία ελληνική ὕποπτος < ὑπό + ὁράω

Open book 01.svg Επίθετο[]

ύποπτος, -η, -ο

  1. που δημιουργεί υποψίες
    πρόσεξα ύποπτες κινήσεις χτες στη γειτονιά

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ύποπτος αρσενικό

  1. πιθανός ένοχος
    Η αστυνομία έχει ανακοινώσει επίσημα τη λίστα με τους υπόπτους για της δολοφονία. Αναμένεται η προσαγωγή και ανάκρισή τους.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]