ύποπτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ὕποπτος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ύποπτος < (λόγιο) < αρχαία ελληνική ὕποπτος < ὑπό + ὁράω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈi.pɔ.ptɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ύποπτος ύποπτη ύποπτο
γενική ύποπτου ύποπτης ύποπτου
αιτιατική ύποπτο ύποπτη ύποπτο
κλητική ύποπτε ύποπτη ύποπτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ύποπτοι ύποπτες ύποπτα
γενική ύποπτων ύποπτων ύποπτων
αιτιατική ύποπτους ύποπτες ύποπτα
κλητική ύποπτοι ύποπτες ύποπτα

ύποπτος, -η, -ο

  • που δημιουργεί υποψίες
    πρόσεξα ύποπτες κινήσεις χτες στη γειτονιά
    δε μ' αρέσει το ύφος αυτού του ύποπτου τύπου


Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ύποπτος ύποπτοι
γενική υπόπτου
& ύποπτου
υπόπτων
& ύποπτων
αιτιατική ύποπτο υπόπτους
& ύποπτους
κλητική ύποπτε ύποπτοι

ύποπτος αρσενικό

  • πιθανός ένοχος
    Η αστυνομία έχει ανακοινώσει επίσημα τη λίστα με τους υπόπτους για της δολοφονία. Αναμένεται η προσαγωγή και ανάκρισή τους.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]