ύστατος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ὕστατος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ύστατος ύστατη ύστατο
γενική ύστατου ύστατης ύστατου
αιτιατική ύστατο ύστατη ύστατο
κλητική ύστατε ύστατη ύστατο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ύστατοι ύστατες ύστατα
γενική ύστατων ύστατων ύστατων
αιτιατική ύστατους ύστατες ύστατα
κλητική ύστατοι ύστατες ύστατα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ύστατος < αρχαία ελληνική ὕστατος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ύστατος, -η, -ο

  1. τελευταίος, οριστικός
  2. που συμβαίνει λίγο πριν ή μετά το θάνατο



Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]