ύφαλοι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

ύφαλοι

  1. ύφαλος, στην ονομαστική και την κλητική του πληθυντικού