Μετάβαση στο περιεχόμενο

ύφεση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ύφεση οι υφέσεις
      γενική της ύφεσης* των υφέσεων
    αιτιατική την ύφεση τις υφέσεις
     κλητική ύφεση υφέσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, υφέσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ύφεση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὕφε(σις) (χαλάρωση των χορδών μουσικού οργάνου, ελάττωση)+ -ση[1] < ὑφίημαι (υποχωρώ) < ὑπό (ύφ-) ἵημι.
υποχώρηση έντασης < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική détente
οικονομική ύφεση < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική dépression

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈi.fe.si/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ύφεση θηλυκό

  1. υποχώρηση της έντασης
      Η συγκρότηση του Γερμανικού Ράιχ θα σημάνει μια ύφεση της αρχαιολατρίας. Τα αιτήματα που κυριαρχούν στη γερμανική εκπαίδευση ως αντιφάρμακα στην πανθομολογούμενη «καθυστέρηση του έθνους» είναι ο εκγερμανισμός, ο εκμοντερνισμός, ο τεχνολογισμός. (Βασίλειος Π. Μπερτουδάκης, Για την αιώνια πληγή που υπάρχει. Γέννηση και θάνατος της τραγωδίας», Νέα Εστία, τεύχος 1902, Σεπτ. 2025, σελ. 341)
    1. (ιατρική) η μείωση της έντασης μιας ασθένειας, η υποχώρηση των συμπτωμάτων της
      παράδειγμα  Η επιδημία παρουσίασε ύφεση.
      παράδειγμα  Μετά από πέντε χρόνια, η νόσος μου επιτέλους βρίσκεται σε ύφεση.
       αντώνυμα: έξαρση
    2. (διεθνής πολιτική) η μείωση της έντασης ανάμεσα στα έθνη, η μείωση των εξοπλισμών
    3. (οικονομία) η επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομικής δραστηριότητας
  2. (μουσική) η αλλοίωση ενός φθόγγου κατά ένα ημιτόνιο προς τα κάτω
    σύμβολο:
     αντώνυμα: δίεση
     και δείτε τη λέξη διπλή ύφεση

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]