ύφεση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | ύφεση | οι | υφέσεις |
| γενική | της | ύφεσης* | των | υφέσεων |
| αιτιατική | την | ύφεση | τις | υφέσεις |
| κλητική | ύφεση | υφέσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, υφέσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ύφεση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὕφε(σις) (χαλάρωση των χορδών μουσικού οργάνου, ελάττωση)+ -ση[1] < ὑφίημαι (υποχωρώ) < ὑπό (ύφ-) ἵημι.
- υποχώρηση έντασης < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική détente
- οικονομική ύφεση < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική dépression
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ύφεση θηλυκό
- υποχώρηση της έντασης
- ※ Η συγκρότηση του Γερμανικού Ράιχ θα σημάνει μια ύφεση της αρχαιολατρίας. Τα αιτήματα που κυριαρχούν στη γερμανική εκπαίδευση ως αντιφάρμακα στην πανθομολογούμενη «καθυστέρηση του έθνους» είναι ο εκγερμανισμός, ο εκμοντερνισμός, ο τεχνολογισμός. (Βασίλειος Π. Μπερτουδάκης, Για την αιώνια πληγή που υπάρχει. Γέννηση και θάνατος της τραγωδίας», Νέα Εστία, τεύχος 1902, Σεπτ. 2025, σελ. 341)
- (ιατρική) η μείωση της έντασης μιας ασθένειας, η υποχώρηση των συμπτωμάτων της
- (διεθνής πολιτική) η μείωση της έντασης ανάμεσα στα έθνη, η μείωση των εξοπλισμών
- (οικονομία) η επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης της οικονομικής δραστηριότητας
- (μουσική) η αλλοίωση ενός φθόγγου κατά ένα ημιτόνιο προς τα κάτω
- σύμβολο:
- ≠ αντώνυμα: δίεση
- → και δείτε τη λέξη διπλή ύφεση
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ύφεση στην οικονομία
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ύφεση - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ση (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα ύφ- (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Οικονομία (νέα ελληνικά)
- Μουσική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)