ύψη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ύψη ουδέτερο στον πληθυντικό

  • πληθυντικός του ύψος
    1. τα σημεία που βρίσκονται σε μεγάλο ύψος
      φοβάται τα ύψη
    2. (μεταφορικά)
      στα ύψη έφτασε η τιμή της βενζίνης