ϝάναξ
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|
| ϝᾰνᾰκτ-, ϝᾰνᾰκ- | |||||
| ονομαστική | ὁ | ϝάναξ | οἱ | ϝάνακτες ϝάνακες (δωρικός) | |
| γενική | τοῦ | ϝάνακτος ϝάνακος |
τῶν | ϝανάκτων ϝανάκων (δωρικός) | |
| δοτική | τῷ | ϝάνακτι ϝάνακτει |
τοῖς | ϝάναξῐ(ν) | |
| αιτιατική | τὸν | ϝάνακτᾰ | τοὺς | ϝάνακτᾰς | |
| κλητική ὦ! | ϝάναξ ϝάναχς (βοιωτικός) ϝάνα |
ϝάνακτες ϝάνακες (δωρικός) | |||
| δυϊκός | |||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ϝάνακτε ϝάνακε (λακωνικός) | |||
| γεν-δοτ | τοῖν | ϝανάκτοιν ϝανάκοιν (δωρικός) ϝανάκοι (δωρικός) ϝανακοῖν (λακωνικός) | |||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'ἄναξ' όπως «ἄναξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | |||||

Αγγείο, επιγραφή IG IV 220. Με κορινθιακό ιώτα

Εικονίζεται ιππέας σε άλογο.
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ϝάναξ < *ϝάνακτς < αβέβαιης ετυμολογίας. Ομόρριζα: μυκηναϊκή 𐀷𐀙𐀏 (wa-na-ka) και φρυγική ΟΥΑΝΑΚΤΑΝ, παλαιά φρυγική ϜΑΝΑΚΤΕΙ που βρέθηκαν σε επιγραφές.
- Κατά το DGE, η μόνη πιθανή ΠΙΕ προσέγγιση είναι ότι συνδέεται με τα τοχαρικά Β ñäkte και τοχαρικά Α ñkät (θεός), nātäk (κύριος) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *unHtk?[1]
- Κατ' άλλους είναι άμεσο δάνειο από την προελληνική [2][3] με συγγένεια στην ακουιτανική andox (άρχοντας).
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /wá.naks/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ϝά‐ναξ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ϝάναξ, ϝάνακτος αρσενικό (θηλυκό ϝάνασσα)
- (κορινθιακός, λακωνικός, δωρικός τύπος του ἄναξ)
αρχική σημασία: προστάτης, σωτήρας
μεταγενέστερη σημασία: άρχοντας, αρχηγός, βασιλιάς- ※ 6ος πκε αιώνας Επιγραφή από το Μεταπόντιο, @epigraphy.packhum.org
- ※ 7ος πκε αιώνας Επιγραφή από την Κόρινθο, @epigraphy.packhum.org
- [— —] ἀνέθηκε Ποτειδάϝωνι ϝάνακτι αὐτοπόεια.
- ※ 7ος πκε αιώνας Επιγραφή από το Άργος, @epigraphy.packhum.org
- ※ 7ος πκε αιώνας Επιγραφή από την Φωκίδα, @epigraphy.packhum.org
- ※ 7ος πκε αιώνας Επιγραφή από το Άργος, @epigraphy.packhum.org
- ※ 475-425 πκε Επιγραφή από το Άργος, @polytheisms.huma-num.fr
- (στην Κύπρο) γιος του βασιλιά, πρίγκιπας
- ιερέας ή δικαστής (όπως στο σύνθετο ἄϝαναξ)
Παράγωγα
[επεξεργασία]από τη δοτική πληνθυντικού ϝάναξῐ
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ἄναξ - Diccionario Griego-Español (DGE en línea) [Λεξικό ελληνικών (αρχαίων) - ισπανικών online] (στα ισπανικά) του Francisco R. Adrados (Φρανθίσκο Αδράδος) & Juan Rodríguez Somolinos, έως στο λήμμα «ἔξαυος» (συντομογραφίες).
- ↑ άναξ - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
- ↑ Bailly, Anatole (1935) Le Grand Bailly: Dictionnaire grec-français (Το Μεγάλο Μπαγί: Λεξικό [αρχαίας] ελληνικής-γαλλικής), Παρίσι: Hachette. «Étym. p. *ϝάναξ, pré-grec ; cf. myc. wa-na-ka.»
- ↑ ἄναξ - Diccionario Griego-Español (DGE en línea) [Λεξικό ελληνικών (αρχαίων) - ισπανικών online] (στα ισπανικά) του Francisco R. Adrados (Φρανθίσκο Αδράδος) & Juan Rodríguez Somolinos, έως στο λήμμα «ἔξαυος» (συντομογραφίες).
- ↑ Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 1981‑1994, έκδοση: 2013. @LSJ - ἄναξ
- ↑ DGE - Ϝανάκτερος - μυκηναϊκό λεξικό
Πηγές
[επεξεργασία]- ϝάναξ - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'ἄναξ' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ἄναξ' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ἄναξ' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ἄναξ' παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με άγνωστη ετυμολογία (αρχαία ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Δάνεια από την προελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την προελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λακωνική διάλεκτος
- Δωρική διάλεκτος
- Λήμματα με παραθέματα από επιγραφές (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)