Адыгея

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Адыгея < αμπχαζική аӡы (νερό)[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɐdɨˈɡʲejə/

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Адыгея (ru) θηλυκό

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Everett-Heath, John (2020). Concise Oxford Dictionary of World Place Names [Συνοπτικό Λεξικό Παγκόσμιων Τοπωνυμίων της Οξφόρδης] (6η έκδοση). Oxford: Oxford University Press.