атом

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βουλγαρικά (bg) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

атом (bg) αρσενικό

  1. το άτομο (σωματίδιο)



Ουκρανικά (uk) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

атом 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

атом (uk) αρσενικό

  1. το άτομο (σωματίδιο)



Ρωσικά (ru) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

атом (ru) αρσενικό

  1. το άτομο (σωματίδιο)



Σλαβομακεδονικά (mk) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

атом (mk) αρσενικό

  1. το άτομο (σωματίδιο)