Μετάβαση στο περιεχόμενο

аудиција

Από Βικιλεξικό

Σερβικά (sr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

аудиција (sr) (λατινική γραφή: audicija) θηλυκό