бабушка

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ρωσικά (ru) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

бабушка < χαϊδευτικό για το ба́ба (« γριά »)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈba.buʃ.ka/
бабушка 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

бабушка (ru) θηλυκό

  1. η γιαγιά