бенка

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βουλγαρικά (bg) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

бенка (bg)

  • ελιά (κηλίδα του δέρματος)