бик

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βουλγαρικά (bg) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

бик (bg) αρσενικό

  1. ο ταύρος



Ουκρανικά (uk) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

бик 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

бик (uk) αρσενικό

  1. ο ταύρος