Μετάβαση στο περιεχόμενο

богат

Από Βικιλεξικό

Βουλγαρικά (bg)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

богат < πρωτοσλαβική bogatъ

Επίθετο

[επεξεργασία]

богат (bg)