быть

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ρωσικά (ru) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

быть 

Ρήμα[επεξεργασία]

быть (ru)

Κλίση[επεξεργασία]

μη συνοπτική όψη1
απαρέμφατο
ζεύγη ρημάτων απλό αυτοπαθές
μη συνοπτικό быть
συνοπτικό
μέλλοντας ενικός πληθυντικός
α' πρόσ. бу́ду бу́дем
β' πρόσ. бу́дешь бу́дете
γ' πρόσ. бу́дет бу́дут
ενεστώτας ενικός πληθυντικός
α' πρόσ. (есмь) (есмы́)
β' πρόσ. (еси́) (е́сте)
γ' πρόσ. есть (суть)
προστακτική будь бу́дьте
μετοχή ενεστώτα ενεργητικής су́щий
μετοχή ενεστώτα παθητικής
επιρρηματική μετοχή ενεστώτα бу́дучи
παρελθόντας ενικός πληθυντικός
αρσενικό был бы́ли
θηλυκό была́
ουδέτερο бы́ло
μετοχή παρελθόντα ενεργητικής бы́вший
μετοχή παρελθόντα παθητικής
επιρρηματική μετοχή παρελθόντα быв, бы́вши
παράγωγα ουσιαστικά бытие, существование

1συχνά σε εγχειρίδια κ' ως "ατελής μορφή" ή "μη τετελεσμένη μορφή"