вешать

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ρωσικά (ru) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]


Ρήμα[επεξεργασία]

вешать (ru)

  1. κρεμάω από
  2. φορτώνω κάποιον με κάτι