внук

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βουλγαρικά (bg) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

внук (bg) αρσενικό

  1. ο εγγονός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Ρωσικά (ru) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

внук (ru) αρσενικό

  1. ο εγγονός