върколак
Εμφάνιση
Βουλγαρικά (bg)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- върколак < πρωτοσλαβική *vьlkolakъ < *vьlkъ (λύκος) + *lakъ (δέρμα)[1]
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↷ μεσαιωνικά ελληνικά: βουρκόλακας ⇒ νέα ελληνικά: βρικόλακας
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]върколак (bg) (vǎrkolák)
- άλλη μορφή του вълколак (vǎlkolák): ο βρικόλακας
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Reconstruction:Proto-Slavic/vьlkolakъ στο αγγλικό Βικιλεξικό