голям

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βουλγαρικά (bg) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

голям (bg)

  1. μεγάλος