до

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βουλγαρικά (bg) [επεξεργασία]

Πρόθεση[επεξεργασία]

до (bg)

  1. ως, μέχρι
    до последната минута - μέχρι το τελευταίο λεπτό
  2. δίπλα, πλάι



Ρωσικά (ru) [επεξεργασία]

Πρόθεση[επεξεργασία]

до (ru)

  1. ως, μέχρι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

до (ru) άκλιτο

  1. ντο