до

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Βουλγαρικά (bg) [edit]

Open book 01.svg Πρόθεση[edit]

до (bg)

  1. ως, μέχρι
    до последната минута - μέχρι το τελευταίο λεπτό
  2. δίπλα, πλάι



Ρωσικά (ru) [edit]

Open book 01.svg Πρόθεση[edit]

до (ru)

  1. ως, μέχρι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

до (ru) άκλιτο

  1. ντο