Μετάβαση στο περιεχόμενο

кишобран

Από Βικιλεξικό

Σερβικά (sr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

кишобран (sr) (λατινική γραφή: kišobran) αρσενικό