Μετάβαση στο περιεχόμενο

корнишон

Από Βικιλεξικό

Βουλγαρικά (bg)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /korniˈʃɔn/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

корнишон (bg) (kornišón) αρσενικό



Ρωσικά (ru)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kərnʲɪˈʂon/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

корнишон (ru) (kornišón) αρσενικό



Σλαβομακεδονικά (mk)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kɔrniˈʃɔn/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

корнишон (mk) (kornišon) αρσενικό