кратък

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Bulgaria.svg Βουλγαρικά (bg) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

кратък (bg) αρσενικό

  1. μικρός σε μήκος ή σε χρόνο