лимон

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βουλγαρικά (bg) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

лимон (bg) αρσενικό

  1. το λεμόνι



Ρωσικά (ru) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

лимон 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

лимон (ru)