люк
Εμφάνιση
Μαριουπολίτικα (grk-mar)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- люк < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λύκος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]люк (ljúk)
Πηγές
[επεξεργασία]- люк, pdf.σελ.122 - A. A. Diamantopulo-Rionis et al., Румейско-русский и русско-румейский словарь пяти диалектов греков Приазовья [Ρουμαίικο-ρωσικό και ρωσικό-ρουμαίικο λεξικό πέντε ελληνικών διαλέκτων της Αζοφικής] (στα ρώσικα), Μαριούπολη, Ουκρανία, 2006 pdf@greekmos.ru