мајка

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Σερβικά (sr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

мајка (sr) (λατινική γραφή: majka) θηλυκό