метро

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

метро (ru)

  • το μετρό, ο υπόγειος σιδηρόδρομος