млеко

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

млеко < πρωτοσλαβική melko < πρωτογερμανική meluks

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

млеко (sr) (λατινική γραφή: mleko) ουδέτερο

  1. το γάλα



Ετυμολογία

[επεξεργασία]

млеко < πρωτοσλαβική melko < πρωτογερμανική meluks

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

млеко (mk) ουδέτερο

  1. το γάλα