муж

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ουκρανικά (uk) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

муж 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

муж (uk) αρσενικό

  1. ο σύζυγος, ο άντρας



Ρωσικά (ru) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

муж 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

муж (ru) αρσενικό

  1. ο σύζυγος
  2. ο άνδρας
    государственный муж (:πολιτικός ανήρ)