причинять

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ρωσικά (ru) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

причинять (ru)

  1. προκαλώ