робота

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ουκρανικά (uk) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

робота 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

робота (uk) θηλυκό

  1. η δουλειά, η εργασία