рода

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Σερβικά (sr)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

рода (sr) (λατινική γραφή: roda) θηλυκό