салам

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βουλγαρικά (bg) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

салам (bg) αρσενικό

  1. το σαλάμι