сахарный
Εμφάνιση
Ρωσικά (ru)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈsa.xəɾ.nɨj/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : са‐хар‐ный
Επίθετο
[επεξεργασία]са́харный (ru) (sáxarnyj)
Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]- сахарная свёкла (sáxarnaja svjókla, ζαχαρότευτλο)