Μετάβαση στο περιεχόμενο

совершенный вид

Από Βικιλεξικό

Ρωσικά (ru)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

совершенный вид (ru) (soveršénnyj vid) αρσενικό

  • (γραμματική) συνοπτική (γραμματική) όψη (ρήματος)· σε εγχειρίδια απαντά επίσης ο όρος: "ατελής μορφή"