Μετάβαση στο περιεχόμενο

спојка

Από Βικιλεξικό

Σερβικά (sr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

спојка (sr) (λατινική γραφή: spojka) θηλυκό