тайна

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βουλγαρικά (bg) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

тайна (bg) θηλυκό

  1. μυστικό



Ρωσικά (ru) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

тайна 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

тайна (bg) θηλυκό

  1. μυστικό