труп

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βουλγαρικά (bg) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

труп (bg) αρσενικό

  1. το πτώμα
  2. (για κομμένο δέντρο) ο κορμός



Ρωσικά (ru) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

труп (ru) αρσενικό

  1. το πτώμα