удача

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ʊˈdat͡ɕə/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

удача (ru) (udáča) θηλυκό

Συνώνυμα

[επεξεργασία]