череп

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βουλγαρικά (bg) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

череп (bg) αρσενικό

  1. το κρανίο



Ρωσικά (ru) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

череп 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

череп (ru) αρσενικό

  1. το κρανίο



Σλαβομακεδονικά (mk) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

череп (mk) αρσενικό

  1. το κρανίο