ящик

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ρωσικά (ru) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /[ˈjæɕːɪk]/
ящик 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ящик (ru) αρσενικό

  1. κουτί, κασέλα
  2. συρτάρι (σε ένα τραπέζι)