Μετάβαση στο περιεχόμενο

јајце

Από Βικιλεξικό

Σερβικά (sr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

јајце (sr) (λατινική γραφή: jajce) ουδέτερο

  1. αβγό
  2. όρχις

Σλαβομακεδονικά (mk)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

јајце (mk) ουδέτερο

  1. αβγό
  2. όρχις