בגרות

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εβραϊκά (he) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

בגרות (he) (bagrút) θηλυκό

  1. ωριμότητα
  2. ενηλικίωση
  3. εφηβεία