בהיר

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εβραϊκά (he) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

בהיר (he) (מזג אוויר) (bahír) αρσενικό

  1. αίθριος (καιρός)
  2. απαλός (χρώμα)
  3. φωτεινός, λαμπερός