חֹם

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εβραϊκά (he) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

חֹם (he) (khom) αρσενικό

  1. ζέστη
  2. πυρετός