טובין

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εβραϊκά (he) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

טובין (he) (tuvín) αρσενικό, μόνο στον πληθυντικό

  • αγαθά (εμπορεύματα, κινητή περιουσία)